Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Βασίλης Σκουντής: "Τα φτερά του… Μπόμπι Νάιτ!"


http://www.gazzetta.gr
Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010 20:32

O Bασίλης Σκουντής (αν και εθισμένος στα δικά του κλισέ) βαρέθηκε να ακούει διαρκώς για το Σύμπαν, που συνωμοτεί κατ’ εντολήν του Κοέλιο, για τον Χριστοδουλόπουλο, ο οποίος αναστήθηκε περισσότερες φορές απ’ όσες ο Λάζαρος και ο Χριστός μαζί, για τα λιωμένα φτερά του Ικάρου της μυθολογίας και για το πόσο θα αντέξουν τα φτερά του Ικάρου της Καλλιθέας!
Παρ’ όλα αυτά (τώρα που μπαίνω σε ροή κανονικού κειμένου και το πράγμα αρχίζει να σοβαρεύει) τα κλισέ είναι εξυπηρετικά και γι αυτό θα ρίξω ένα που σας υπόσχομαι ότι θα ‘ναι το τελευταίο για σήμερα: για όλα φταίει (όχι το γκαζόν, αλλά) το παρκέ του Αγίου Θωμά, όπου τη Δευτέρα ο Ίκαρος πραγματοποίησε την δεύτερη επιτυχημένη πτήση του στο πρωτάθλημα της Α1…

Εξ αφορμής αυτής της νίκης της νεοφώτιστης στην Α1 ομάδας, λοιπόν, το επόμενο πρωινό πιάσαμε την κουβέντα (στον ραδιοφωνικό αέρα του «Sentra 103.3») με τον Άρη Λυκογιάννη, στον οποίο (ομολογώ ότι) όχι μόνο βγάζω το καπέλο, αλλά του ζητώ κιόλας συγνώμη για τα… μπινελίκια που του έριχνα μια ολόκληρη σεζόν στα Πατήσια! Ήταν τότε (περίοδος 2002-03), που ο Λυκογιάννης προπονούσε τον Σπόρτιγκ μετά τα ματς του Παναθηναϊκού και στην Ευρωλίγκα και με τις αγριοφωνάρες και την παροιμιώδη αθυροστομία του δεν με άφηνε να συγκεντρωθώ και να γράψω.

Υπερέβαλα βεβαίως κι εγώ, ένα κείμενο 300 λέξεων για το «Βήμα» έγραφα, όχι την Αγία Γραφή!
Από τότε πέρασαν οκτώ χρόνια και ο άγνωστος φωνακλάς του Σπόρτιγκ και αργότερα του Παγκρατίου (με τον αστικό μύθο να θέλει τον Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς που τον εκτίμησε από τη συμβίωση τους στα Πατήσια να τον συστήνει στον Φώτη Αθανασόπουλο) βρίσκεται πλέον ως προπονητής του Ικάρου στην κεντρική σκηνή του ελληνικού μπάσκετ και μάλιστα δεν τον κόβω διατεθειμένο να βιάζεται να αποχωρήσει από εκεί..

Καλό του κεφαλιού του, το δίχως άλλο!

Προϊούσης της ραδιοφωνικής συνέντευξης, του ζήτησα ένα προσδιορισμό του δικού του μπασκετικού δόγματος του και μια ταμπέλα στην πρόταση που καταθέτει ο Ίκαρος, καθότι το ένα δεν προϋποθέτει, ούτε συνεπάγεται το άλλο. Ο Φαίδων Ματθαίου είχε πει, άλλωστε, ότι όσο καλός κι αν είναι ο σεφ της «Μεγάλης Βρετάνιας» δεν μπορεί να φτιάξει κοκορέτσι και εννοούσε ότι πάντοτε οι προπονητές πρέπει να προσαρμόζονται στα υλικά τους…

Έκανα εκείνη την ερώτηση, λοιπόν και ο Λυκογιάννης (στ’ αυτιά ενός ανθρώπου που δεν έχει κάνει κιόλας διατριβή στο παιχνίδι του Ικάρου) αποκαλύφθηκε με απροσδόκητο τρόπο και συνδυάζοντας την απάντηση του με την εικόνα που είχα από εκείνες τις βραδιές στο Σπόρτιγκ, μου φάνηκε βγαλμένος από τη μήτρα του… Μπόμπι Νάιτ! Δεν το εννοώ στην κυριολεξία αυτό (μη με πάρει κιόλας με τις ντομάτες η πιάτσα), απλώς ο συνδυασμός φωνές + βρισιές + motion προς αυτόν τον αξεπέραστο προπονητικό ιδιότυπο παραπέμπει…

Πάμε τώρα στα σοβαρά: το motion δεν είναι βεβαίως ο… χυμός της Amita, αλλά η κίνηση στην επίθεση, που είναι το σήμα κατατεθέν του Ικάρου. Ο Λυκογιάννης είπε επακριβώς ότι «στην επίθεση μας προσπαθούμε να έχουμε περισσότερη κυκλοφορία της μπάλας και κίνηση των παικτών απ’ ό,τι συνήθως συμβαίνει στο πρωτάθλημα της Α1 και γι’ αυτό παίζουμε με πολλά σκριν, πάσες, ντρίμπλες και γενικώς κάνουμε μεγάλες σε διάρκεια επιθέσεις. Αυτή είναι μια τακτική που τη χρησιμοποιούσα από παλιά στις ομάδες μου για να καμουφλάρουμε τις αδυναμίες μας και να έχουμε μεγαλύτερη ασφάλεια και λιγότερο ρίσκο στο παιχνίδι μας, αλλά δεν σημαίνει κιόλας ότι αρνιόμαστε τις ευκαιρίες αιφνιδιασμού, όταν βρίσκουμε ανοιχτό το γήπεδο».

Εδώ ήρθαμε λοιπόν: στο παιχνίδι motion, το οποίο (ανεξαρτήτως του βαθμού συγγενείας με αυτό που παίζει ο Ικαρος) αποτελεί τη μετεξέλιξη του απλού passing game. Όπως μάλιστα μου εξήγησε και μου ανέλυσε ο μέγας θεωρητικός Θόδωρος Ροδόπουλος (στον οποίο προστρέχω πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις) το motion αποτελεί μια από τις επινοήσεις που άλλαξαν τον ρουν του παγκοσμίου μπάσκετ.

Το απλό passing game (με πάσα, αλλά χωρίς ντρίμπλα) ήταν μια παλιά πατέντα, την οποία υπηρέτησαν με αφοσίωση μερικοί από τους κορυφαίους κολεγιακούς προπονητές: ο (κόουτς της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ στον χαμένο τελικό του 1972 με τους Σοβιετικούς) Χανκ Αϊμπα του Oklahoma State, ο (μετέπειτα συνεργάτης του Φιλ Τζάκσον) Τζον Μπαχ στο Penn State και ο Κλερ Μπι στο City College της Νέας Υόρκης…

Σε εκείνη την πρώιμη και πρωτογενή φάση του το passing game, όπως επίσης και κάποια άλλα συστήματα (βλέπε California, Shuffle κοκ) αποσκοπούσαν περισσότερο στο κράτημα της μπάλας και λιγότερο στην επίθεση προς το αντίπαλο καλάθι, μάλιστα σε μια εποχή στη δεκαετία του ’50 λειτούργησαν ως απάντηση στην υπεροχή του Γουίλτ Τσάμπερλεν. Τα υιοθετούσαν δηλαδή με προθυμία οι προπονητές για να κάνουν παιχνίδι καθυστέρησης (delay basketball) κόντρα στο Κάνσας και να μην επιτρέψουν στον «Wilt the Stilt» να παίρνει συχνά την μπάλα μέσα στη ρακέτα και να σκοράρει. Μια πιο εξελιγμένη μορφή αυτής της τεχνοτροπίας χρησιμοποίησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στην Ευρώπη ο (κατηγορηθείς από τον Πέρο Σκάνσι ως φυσικός αυτουργός της… δολοφονίας του μπάσκετ, στο Φάιναλ Φορ του 1993 στην Αθήνα), Μπόζινταρ Μάλκοβιτς με όχημα τη Λιμόζ…

Πίσω στην Αμερική πάλι, το passing game εξελίχθηκε και εκσυγχρονίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν ο (φοβερός και τρομερός) Μπόμπι Νάιτ, πρώτα στο Αrmy και εν συνεχεία (από το 1971 έως το 2000) στην Indiana αναβάθμισε θεαματικά αυτό το παιχνίδι και το έκανε πολύ πιο κινητικό και δημιουργικό διότι προσέθεσε τη ντρίμπλα, που έλειπε από τις παλιές πατέντες. Στη συνέχεια το motion δέχτηκε πολλές επιρροές και νέες παρεμβάσεις, που το οδήγησαν στην πλέον σύγχρονη μορφή του το triple drive κοκ.

Το motion του Μπόμπι Νάιτ και των ομοϊδεατών του (με σπουδαιότερο εξ αυτών τον συνεργάτη του στο Army Μάικ Σιζέφσκι) βοήθησε πολύ την επίθεση να βρει απαντήσεις απέναντι στην πιεστική άμυνα. Τούτο συνέβη φυσιολογικά, διότι με την προσθήκη της ντρίμπλας στο passing game, το παιχνίδι απλώθηκε πάνω στο παρκέ και έγινε πιο δημιουργικό, ενώ βοήθησε σε μεγάλο βαθμό τις (ευρωπαϊκές) ομάδες κατά την τελευταία δεκαετία, όταν ο χρόνος επίθεσης μειώθηκε από τα 30 στα 24 δευτερόλεπτα: αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι μια ομάδα που επιτίθεται σε κατάσταση set παιχνιδιού καταναλώνει το πολύ 8’’ για να περάσει το κέντρο, χρειάζεται άλλα 3’-5’ για να διαβάσει την αντίπαλη άμυνα και να στηθεί και με το motion μπορεί να κυκλοφορήσει την μπάλα (με πάσα και με ντρίμπλα) για να ψάξει την καλύτερη δυνατή επιλογή: είτε το περιφερειακό σουτ με ένα ή δύο screen, είτε το μπάσιμο (με split / kick out ή με λέι απ), είτε το παιχνίδι στο low post, είτε ό,τι άλλο της… καπνίσει!

ΥΓ.: Ευχαριστώ πολύ και τον Άρη Λυκογιάννη που με την απάντησή του για το στιλ παιχνιδιού του Ικάρου μου έδωσε την ευκαιρία να ανατρέξω στις… ρίζες του μπάσκετ, αλλά και τον Θόδωρο Ροδόπουλο, ο οποίος με τη μοναδική γνώσή και τη μεταδοτική ικανότητα του μου πρόσφερε απλόχερα και με προθυμία τις απαραίτητες προσλαμβάνουσες. Τα υπόλοιπα ο Τεντ θα τα γράψει στο βιβλίο που ετοιμάζει με την ιστορική εξέλιξη της τακτικής του μπάσκετ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου