Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Αφιέρωμα - 7 χρόνια χωρίς τον Αλφόνσο Φορντ


πηγή gavros.gr
Γράφει ο ΧΑΡΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥ
04/09/2011 - 00:01

Παίκτες – διαμάντια έχουν περάσει πολλοί από τα μέρη μας, όμως σαν τον Αλφόνσο Φορντ δεν ήταν κανείς. Το gavros.gr θυμάται τον Αμερικανό σκόρερ, που σαν σήμερα, πριν από επτά χρόνια άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο του Μέμφις, νικημένος από τη λευχαιμία.

Ο Φορντ άφησε το στίγμα του στην πενταετία που αγωνίστηκε στην Ελλάδα, έκανε σπουδαίες σεζόν με τις φανέλες τεσσάρων ομάδων και αγαπήθηκε όσο λίγοι από τον κόσμο του Ολυμπιακού, έστω κι αν στο Λιμάνι έμεινε μόλις ένα χρόνο.

Ενας από τους κορυφαίους σκόρερ στην ιστορία της Ευρωλίγκα, μακράν του δεύτερου ο πιο παραγωγικός Αμερικανός που φόρεσε την ερυθρόλευκη φανέλα στην σύγχρονη ιστορία του τμήματος.

Γεννημένος στο Γκρίνγουντ του Μισισίπι, ο Φορντ έδειξε από πολύ νωρίς το ταλέντο του. Αγωνίστηκε στο πανεπιστήμιο Μισισίπι Βάλεϊ Στέιτ και την πρώτη του σεζόν στο NCAA, ήταν ο πρώτος σκόρερ σε εθνικό επίπεδο, με 29.9 πόντους ανά παιχνίδι.

Χαρακτηριστικό του σπάνιου ταλέντου του είναι το «παράσημο» του μοναδικού παίκτη που και στις τέσσερις σεζόν της κολεγιακής του καριέρας, σκόραρε περισσότερους από 25 πόντους μέσο όρο.

Αν συνυπολογίσει κανείς και το γεγονός ότι είναι ο τέταρτος καλύτερος σκόρερ στην ιστορία του κολεγιακού πρωταθλήματος των ΗΠΑ, εύκολα καταλαβαίνει πόσο άδικο ήταν που οι ομάδες του ΝΒΑ δεν τον αντιμετώπισαν ποτέ όπως του άξιζε.

Οι Σίξερς τον επέλεξαν στο νούμερο 32 του ντραφτ το 1993, οι Σόνικς του έδωσαν κι αυτοί μια ευκαιρία, όμως το CBA τον «φιλοξένησε» για δυο χρόνια. Ο Φορντ έκανε πράγματα και θαύματα στο ερασιτεχνικό πρωτάθλημα των ΗΠΑ και το καλοκαίρι του 1995 πήρε την απόφαση να περάσει τον Ατλαντικό, για να δοκιμάσει την τύχη του στην Ευρώπη.

Ηταν πληγωμένος από το ΝΒΑ, ήταν σίγουρος ότι μπορεί να κυριαρχήσει στα μέρη μας και το κατάφερε. Επαιξε στην ACB με την Χουέσκα, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της λίγκας με 25.1 πόντους, αλλά δεν έσωσε την ομάδα του από τον υποβιβασμό κι αυτό τον πόνεσε.

Η σεζόν 1996-1997 ήταν η αρχή της καθιέρωσής του. Ο Κώστας Μίσσας τον έφερε στην Ελλάδα για λογαριασμό του Παπάγου, ο Αλ οδήγησε την ομάδα στην έβδομη θέση, ανανέωσε για άλλον ένα χρόνο, αλλά το συμβόλαιό του λύθηκε μόλις διαγνώστηκε ότι πάσχει από λευχαιμία το καλοκαίρι του 1998.

Τότε ο Σπόρτιγκ του προσέφερε στέγη και παρά τις τρομερά ισχυρές θεραπείες στις οποίες υποβαλλόταν, ο Αμερικανός ήταν ο ορισμός του επαγγελματία. Πήγαινε πρώτος στις προπονήσεις και έφευγε τελευταίος από το κλειστό των Πατησίων, πάντα με το χαμόγελο στο στόμα.


Στο Περιστέρι αγωνίστηκε για δυο χρόνια και «τρέλανε» την Ευρώπη, ειδικά την δεύτερη σεζόν, όταν αγωνίστηκε στην Ευρωλίγκα και είχε 26 πόντους ανά παιχνίδι! Εξαργύρωσε τις εμφανίσεις του με τη μεταγραφή στον Ολυμπιακό κι εκεί «απογειώθηκε».

Οσοι δεν τον ήξεραν, τον κοιτούσαν με… μισό μάτι, όμως ο Αλφόνσο δεν φοβήθηκε ποτέ ούτε το βάρος της ερυθρόλευκης φανέλας, ούτε τον ανταγωνισμό. Ηταν σπουδαίος παίκτης και η ιδιοσυγκρασία του φτιαγμένη από ατσάλι, ώστε να αντέχει σε οποιαδήποτε κατάσταση.

Σε μια δύσκολη περίοδο του Ολυμπιακού, ο Φορντ βγήκε μπροστά. Είχε 24.8 πόντους ανά παιχνίδι στην Ευρωλίγκα, δεν σκόραρε ποτέ μονοψήφιο αριθμό πόντων και σούταρε με εκπληκτικά ποσοστά (52% στα δίποντα, 44% στα τρίποντα) που αποδεικνύουν ότι δεν ήταν απλά ένας επιθετικογενής παίκτης, αλλά μια πραγματική καλαθομηχανή που δεν μπορούσε να κοπεί από καμία άμυνα.

Σκόραρε 33 και 21 εναντίον του Παναθηναϊκού, 24 και 24 απέναντι στην ΑΕΚ, φόρτωσε με 34 το καλάθι της Μάλαγα, με 31 αυτό της Μπένετον και «έριξε» 28 στην Εφές και την Αλμπα. Οι 30άρες δεν ήταν γι’ αυτόν κάτι δύσκολο. Και το σημαντικότερο; Δεν χρειαζόταν 25 σουτ για να τους πετύχει! Γι’ αυτό και η ULEBέδωσε το όνομά του στο βραβείο που δίνεται στον κορυφαίο σκόρερ κάθε χρονιάς.

Κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδος του 2002 και πανηγύρισε σαν παιδί, όμως έζησε δυο εφιάλτες. Ο ένας ήταν ο αποκλεισμός από το final 4 της Μπολόνια κι ο άλλος ο «αποκλεισμός» από τον Λευτέρη Σούμποτιτς στον τέταρτο τελικό της Α1 με την ΑΕΚ.

Εφυγε πικραμένος από το Λιμάνι, αγωνίστηκε στη Σιένα και τη Σκαβολίνι και την τελευταία χρονιά της καριέρας του είχε 22.2 πόντους, παρά το γεγονός ότι η λευχαιμία τον γονάτιζε!

Το καλοκαίρι του 2004 ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την ενεργό δράση για να αφοσιωθεί στο ψάρεμα στις όχθες του Μισισιπή και μια εβδομάδα αργότερα εισήχθη σε νοσοκομείο του Μέμφις, όπου στις 4 Σεπτεμβρίου άφησε την τελευταία του πνοή.

Λιμνιάτης: Φανατισμένος με τη νίκη, σπουδαίος χαρακτήρας.

Ενας από τους πρώτους που έζησαν από κοντά τον Αλφόνσο Φορντ, ήταν ο Γιώργος Λιμνιάτης, με τον οποίο υπήρξε συμπαίκτης στον Παπάγου.

«Θυμάμαι ότι όταν είχε έρθει στην προετοιμασία στο Μέτσοβο, ήταν απροπόνητος. Εκανε μπασίματα, έτρωγε τάπες και αναρωτιόμασταν μεταξύ μας τι συνέβαινε» εξήγησε στο gavros.gr ο νεαρός προπονητής και πρόσθεσε πως «Μια φορά γελούσε όταν κάναμε βάρη, τα οποία πάντα απέφευγε, αλλά έβαλε 150 κιλά στον πάγκο και έκανε 10 επαναλήψεις.

Φοβερό παιδί, καμία σχέση με Αμερικανό. Δεν ζητούσε τη μπάλα επιτακτικά, ήταν συζητήσιμος και πάντα προσπαθούσε να βρει τρικ για να παίρνει σωστές πάσες. Δεν γκρίνιαζε ποτέ, δούλευε σκληρά στην προπόνηση, δεν κορόιδευε ποτέ και δεν προσπαθούσε να γλιτώσει την κούραση.

Ηταν φανατισμένος και δεν ήθελε να χάνει ποτέ. Μια φορά τον κέρδισα κατά τύχη σε ένα μονό και μετά με κυνηγούσε στα αποδυτήρια για να ξαναπαίξουμε».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου