Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

"Εναν… Μύτο θα σας πω!" Του Γιάννη Ντεντόπουλου


πηγή efsyn.gr

Ο Γιώργος Κολοκυθάς ήταν πληθωρικός σε όλα του… Στα ταλέντα του, στα πάθη του, στα λάθη του, στις αντιδράσεις του, στο χιούμορ του. Ενας μποέμ τύπος που ρούφηξε τη ζωή μέχρι το μεδούλι της. Οπως τα πούρα, που τα τελευταία χρόνια είχαν γίνει το σήμα κατατεθέν του.

Μπορεί να έφυγε νωρίς. Το Σάββατο το πρωί από ανακοπή καρδιάς, στα 67 του, αλλά οι φίλοι της νιότης του επιμένουν πως πρόλαβε όσα άλλοι θα χρειάζονταν δυο και τρεις ζωές για να τα ζήσουν.

Το μπάσκετ ήταν η βάση του. Ξεκίνησε ως ανεκτίμητο ταλέντο που έλαμψε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τη ρομαντική δεκαετία του ’60 και κατέληξε εγκέφαλος της εθνικής ομάδας μπάσκετ. Από τη θέση του διοικητικού υπεύθυνου της Ομοσπονδίας, πιστώθηκε τις βασικές επιλογές που ξανάφεραν τη «γαλανόλευκη» στην κορυφή με την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου στο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου (2005) και το ασημένιο στο Παγκόσμιο της Σαϊτάμα (2006).

Ο «Μύτος»

Ο Κολοκυθάς, με μπόι σκάρτα 193 εκατοστά, έπαιζε ακόμη και σέντερ κόντρα σε θηρία πάνω από 2,10. Οχι απλά επιβίωνε, αλλά τους έκανε τον βίο αβίωτο χάρη στο τρομερό επιτόπιο άλμα του και την ικανότητά του να στέκεται στον αέρα σαν… ελικόπτερο. Εβαζε την μπάλα στο καλάθι με χίλιους τρόπους κι έσπαγε τα νεύρα των αντιπάλων του, γιατί όσα κόλπα κι αν επιστράτευαν, ήταν αδύνατον να τον σταματήσουν. Η μεταγραφή του από τον Σπόρτιγκ στον Παναθηναϊκό το 1966 άλλαξε τις ισορροπίες και ανέτρεψε την κυριαρχία της ΑΕΚ.

Τα κατορθώματά του ήταν ανάλογα και με την εθνική ομάδα, με την οποία αγωνίστηκε 90 φορές και είχε μέσο όρο πόντων 20,08. Μόνο ο Νίκος Γκάλης στη μακρόχρονη διαδρομή των παικτών που φόρεσαν τα γαλανόλευκα κατάφερε να τον ξεπεράσει σε αποτελεσματικότητα, έχοντας (στους 168 αγώνες που έπαιξε με την Εθνική) μέσο όρο 30,5 πόντους. Στα Ευρωμπάσκετ του Ελσίνκι (1967) και της Καζέρτα (1969) αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ προξενώντας θαυμασμό, γιατί η Ελλάδα ήταν μια μικρή δύναμη.

Το κορυφαίο του παιχνίδι ήταν αυτό εναντίον της Ισπανίας το 1967, όταν σημείωσε 43 πόντους παρότι χάσαμε τελικά με 99-95.

Ολα αυτά χωρίς να κάνει προπόνηση. Λες και του προκαλούσε αλλεργία ή στην καλύτερη περίπτωση τη βαριόταν επειδή δεν ανέβαζε την αδρεναλίνη του. «Γιώργο, τα λέμε το άλλο Σάββατο», του φώναζε ο τότε προπονητής του Κώστας Μουρούζης, κάθε φορά που τελείωνε ένα ματς του Παναθηναϊκού. Ηταν σίγουρος ότι θα τα έβαζε τα ποντάκια του.

Προφανώς ένας λόγος για τον οποίο αναγκάστηκε να σταματήσει στα 28 του, ήταν γιατί τον πρόδωσαν τα ταλαιπωρημένα του γόνατα.

Τον φώναζαν «Μύτο» για τη μακριά και γαμψή μύτη του. Εκείνος όλο αυτοσαρκασμό τούς εξηγούσε: «Μυρίζομαι τις φάσεις και γι” αυτό σκοράρω τόσο εύκολα».
Του άρεσε η «dolce vita». Οι γυναίκες, τα ποτά, τα ξενύχτια και ενίοτε ο Ιππόδρομος. Στην Εθνική, μαζί με τον Βασίλη Γκούμα, ήταν οι πρώτοι που πηδούσαν από τα μπαλκόνια, μόλις έπεφταν για ύπνο οι προπονητές. Επέστρεφαν με το πρώτο φως του ήλιου, την ώρα που οι Ρώσοι έβγαιναν με ομοιόμορφες στολές για να κάνουν την πρωινή τους γυμναστική.

Ολα αυτά μέχρι να βρει το λιμάνι του και να παντρευτεί την πολυαγαπημένη του Ασπα που του χάρισε τα δύο παιδιά τους, τον Χρύσανθο και την Αγγελίνα.

«Εγκέφαλος»

Μόλις αποχώρησε από την ενεργό δράση, έκανε για πολλά χρόνια αποτοξίνωση από το μπάσκετ. Δοκίμασε να επιστρέψει ως μάνατζερ του Παναθηναϊκού, αλλά χωρίς επιτυχία. Ο φίλος και συνοδοιπόρος του για 55 ολόκληρα χρόνια Γιώργος Βασιλακόπουλος τον έπεισε να αναμειχθεί στα διοικητικά της Ομοσπονδίας. Τον έχρισε υπεύθυνο εθνικών ομάδων.

Ο Κολοκυθάς ήταν ο μόνος που μπορούσε να σταθεί στο ίδιο επίπεδο με τον πρόεδρο και να του αλλάξει γνώμη, γιατί διέθετε γνώση, επιμονή, επιχειρήματα και δεν ήταν «yes-man». Και ήταν ο άνθρωπος που σχεδόν πραξικοπηματικά επέβαλε την επιστροφή του Παναγιώτη Γιαννάκη στον πάγκο της Εθνικής το 2004, μετά την αποχώρηση του Ιωαννίδη.

Ο Βασιλακόπουλος είχε συμφωνήσει τότε με τον Πεδουλάκη. Η απόφαση άλλαξε. Και η δικαίωση ήρθε πιο γρήγορα απ” όσο φανταζόταν.

Στο αξέχαστο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου, ο «Μύτος» καθόταν στον πάγκο της Εθνικής για 35 λεπτά. Τα τελευταία δεν τα άντεχε. Διακριτικά έβγαινε από το γήπεδο και έκοβε βόλτες στις όχθες του ποταμού Σάβα. Επέστρεφε μόλις η λατρεμένη κόρη του, η Αγγελίνα, του τηλεφωνούσε για να του πει το αποτέλεσμα. Αν η Εθνική δεν κατακτούσε (τότε) το χρυσό και φυσικά η Αγγελίνα δεν τον ειδοποιούσε στο τηλέφωνο, ήταν ικανός να περπατάει ακόμη…

Η παρουσία του στη «γαλανόλευκη» ήταν απαραίτητη. Με «όπλο» την προσωπικότητά του και το χιούμορ του, ήξερε να εκτονώνει τις κρίσεις και να κρατάει τις ισορροπίες. Το έφερε βαρέως γιατί εξαιτίας προβλημάτων υγείας δεν ταξίδεψε στο περσινό Προολυμπιακό του Καράκας και η ομάδα γύρισε όχι μόνο αποκλεισμένη αλλά και «σκοτωμένη». Παρασυρμένος από την αδυναμία που είχε στους παίκτες που θυσιάζονταν για την εθνική ομάδα, βγήκε φόρα-παρτίδα και «καταχέριασε» τον ομοσπονδικό τεχνικό Ηλία Ζούρο, ενώ ζήτησε συγγνώμη από τους παλιούς, τον Φώτση, τον Σπανούλη και τον Μπουρούση. Αυτό ένιωθε, αυτό έκανε.

Οπως θα τραγουδούσε ο αξέχαστος Φρανκ Σινάτρα, βέβαιος ότι ταιριάζει με την περίπτωση: «My way».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου