Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Τόνι Κόστνερ "Ο ταξιτζής, η απαγωγή και τα... αμελέτητα"

πηγή sentragoal.gr

30/5/13

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΥΒΑΡΗ
Από τη δεκαετία του '60 και μετά, τα υψηλόσωμα παιδιά στη Φιλαντέλφια της Πενσυλβάνια προσπαθούσαν να βρουν μια μπασκέτα προκειμένου να αντιγράψουν τις κινήσεις του μεγάλου τους εκπροσώπου στο ΝΒΑ. Του Ουίλτ Τσάμπερλεϊν.

Φανταστείτε, λοιπόν, πόσο μεγαλύτερο ήταν το κίνητρο για όλους αυτούς που φοιτούσαν στο λύκειο «Όβερμπρουκ» όπως ακριβώς και ο αείμνηστος «Στιλτ» ο οποίος είχε τελειώσει το σχολείο το 1955 έχοντας εξαπλώσει τον... μύθο του σε ολόκληρη την Πολιτεία των ΗΠΑ. Πολύ αργότερα, στο ίδιο σχολείο βρέθηκε και ένα παιδί με ύψος 2.08μ., που κατάφερε να... κλέψει λίγο από τη δόξα του μεγάλου Τσάμπερλεϊν.

Βέβαια εκείνη την εποχή είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση έχοντας γράψει χρυσές σελίδες στο ΝΒΑ με τρομακτικά νούμερα, αλλά παρέμενε πάντα παράδειγμα προς μίμηση για όλα τα παιδιά. Όπως και για τον Τόνι Κόστνερ. Από την εποχή που εκπροσωπούσε το λύκειο «Όβερμπρουκ» (σ.σ. απ' όπου έχει αποφοιτήσει και ο Ουίλ Σμιθ!) είχε αρχίσει να φαίνεται το ταλέντο του. Αργός μεν, αλλά με εκπληκτική τεχνική κατάρτιση για το ύψος του. Οι επιδόσεις του ήταν εξαιρετικές και το 1980 κατάφερε να κερδίσει υποτροφία στο πανεπιστήμιο Σεντ Τζόζεφ παραμένοντας στην πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Κατά τη διάρκεια της τετραετίας του στους «Χοκς» μέτρησε 120 παιχνίδια στην δεύτερη κατηγορία του NCAA έχοντας κατά μ.ο. 14,4 πόντους, 7,9 ριμπάουντ και 1,8 τάπες. Αριθμοί αρκετά συμπαθητικοί για να επιλεγεί στον δεύτερο γύρο του ντραφτ. Όπως και έγινε! Τη μέρα που ο κομισάριος του ΝΒΑ Ντέιβιντ Στερν έλεγε το... διαχρονικό «the Chicago Bulls pick Michael Jordan», ο Κόστνερ περίμενε να ακούσει και το δικό του όνομα.
Τελικά επιλέχθηκε στο νούμερο 34 του ντραφτ το 1984 από τους –τότε- Ουάσινγκτον Μπούλετς. Παρόλα αυτά δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στο παρκέ του ΝΒΑ. Αν και είχε πάρει μέρος στο σάμερ καμπ των ρούκις, προτίμησε να αποδεχθεί την πρόταση της ιταλικής Νάπολι και να κάνει νωρίς-νωρίς το υπερατλαντικό ταξίδι. Τη σεζόν 1984-85 μέτρησε στην Ιταλία 18,1 πόντους και 8,9 ριμπάουντ και επέστρεψε αποφασισμένος στις ΗΠΑ για να πάρει την ευκαιρία που έψαχνε στο καλύτερο πρωτάθλημα του πλανήτη.

Δυστυχώς για εκείνον οι Μπούλετς αποφάσισαν να τον κόψουν από το ρόστερ της σεζόν 1985-86 και αποφάσισε αμέσως να μπει στο αεροπλάνο και να επιστρέψει στην Ευρώπη. Μόνο που αυτή τη φορά βρήκε «καταφύγιο» στην Ισπανία και δη στη Λας Πάλμας έχοντας 20,6 πόντους και 10,4 ριμπάουντ! Πραγματικά εντυπωσιακά νούμερα ανεβάζοντας κατακόρυφα το κασέ του.
Επόμενος σταθμός της καριέρας του η επιστροφή στην Ιταλία έχοντας συνειδητοποιήσει ότι ολοένα και απομακρυνόταν το όνειρο του ΝΒΑ. Η σεζόν 1987-88 τον βρήκε στην Φαντόνι Ούντινε όπου μέτρησε 15,9 πόντους και 8 ριμπάουντ σε κάθε ματς. Αμέσως μετά δοκίμασε την τύχη του στο CBA και στους Ρότστεστερ Φλάιερς, πριν επιστρέψει ξανά στην Ευρώπη, αυτή τη φορά για το γαλλικό πρωτάθλημα και τη Μονπελιέ. Εκτοτε η διαδρομή Ευρώπη-ΗΠΑ ήταν... σύνηθες φαινόμενο για τον Τόνι Κόστνερ, ο οποίος αγωνίστηκε κατα σειρά σε Ρόκφορντ Λάιτινγκ, Φιλαντέλφια Σπίριτ, Λιμόν και... Φιλαντέλφια Σπίριτ! Όλα αυτά μέχρι το καλοκαίρι του 1992... Τότε είχε φτάσει η στιγμή για την πρώτη του επίσκεψη στην Ελλάδα.
Εκείνη την εποχή ο Σπόρτιγκ είχε πραγματοποιήσει μια πετυχημένη χρονιά στην επάνοδό του στην Α1 και χάρη στον εκπληκτικό Ντέρεκ Χάμιλτον μπόρεσε να σώσει την κατηγορία και να παραμείνει στα σαλόνια. Την τεχνική ηγεσία της ομάδας είχε αναλάβει ο....32χρονος Γιώργος Ζευγώλης ο οποίος είχε κρεμάσει τη φανέλα του για χάρη της προπονητικής. Χρέη προέδρου εκτελούσε ο Αντώνης Φιορέτος, ενώ «κουμάντο» έκαναν επίσης οι Φραγκίσκος Δανιηλίδης και Τάκης Λιβιεράτος που ήταν μέσα στο Δ.Σ. του –τότε- ΤΑΚ Σπόρτιγκ.

Στόχος ήταν η δημιουργία μιας ομάδας που θα μπορούσε να πλαισιωθεί από έμπειρους και ικανούς Αμερικανούς. Με... σταρ τον Άγγελο Παπαδημητρίου –ο οποίος δεν είχε την εξέλιξη που όλοι περίμεναν-, τους Καλαμπάκο, Αβδάλα, Καρκαμπάση, Ζέρβα, Παπαδόπουλο να ακολουθούν, τον Αστεριάδη να αφήνει πολλές υποσχέσεις και τον... 15χρονο Δημήτρη Παπανικολάου να έχει τον τίτλο του «next big thing» στα Πατήσια, ο Ζευγώλης έψαχνε δύο καλούς ξένους για να κρατήσει την ομάδα στην κατηγορία.
Ο πρώτος που επιλέχθηκε δίχως δεύτερη σκέψη ήταν ο Μπράιαν Βονς, ο οποίος είχε χρησιμοποιηθεί την προηγούμενη χρονιά στο Περιστέρι μόνο για τα ματς του κυπέλλου Κόρατς. Με 17,3 πόντους, 7,7 ριμπάουντ έχοντας αποκορύφωμα τους 27 πόντους που είχε πετύχει κόντρα στη Ζαντάρ, έμοιαζε η... ιδανική λύση για τον Σπόρτιγκ! Το μεγάλο ερωτηματικό είχε να κάνει με τον ψηλό. Τα ονόματα που είχαν παρελάσει από το κλειστό των Πατησίων δεν ήταν και λίγα, αλλά εκείνοι που είχαν απασχολήσει περισσότερο απ' όλους τους άλλους τον Σπόρτιγκ ήταν οι Τζον Χάντσον, Νταν Ρόμπινσον, Σάμερς και το νούμερο ένα στο ντραφτ του CBA εκείνης της χρονιάς, Ροντ Σέλερς.
Όμως ένα τηλεφώνημα του τότε μάνατζερ του Ολυμπιακού Γιάννη Γιαννάκη στον Τάκη Λιβιεράτο για έναν Αμερικανό ονόματι... Τόνι Κόστνερ, άλλαξε άρδην τα πράγματα. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1992 ο Αμερικανός σέντερ συμφώνησε να δοκιμαστεί από τον Σπόρτιγκ (σ.σ. μαζί με... κάποιον Κόρτνεϊ) και την αμέσως επόμενη μέρα άφησε θετικές εντυπώσεις στο... τεστ με τον Πανιώνιο έχοντας 14 πόντους.


Όμως ένα φιλικό με τον Παναθηναϊκό (σ.σ. και μάλιστα επεισοδιακό αφού μια φάση με πρωταγωνιστές τους διαιτητές Δρόλα-Πετρίδη έβαλε φωτιά στο γήπεδο) «κλείδωσε» την παραμονή του στα Πατήσια τέσσερις μέρες αργότερα! Αν και οι «πράσινοι» είχαν κερδίσει με 85-71 ο Κόστνερ ήταν μια... ομάδα μόνος του έχοντας 25 πόντους και 14 ριμπάουντ. Την ώρα που οι Αστεριάδης και Βονς συμπλήρωναν 14 και 13 πόντους αντίστοιχα, ενώ για τον Παναθηναϊκό ο Νίκος Γκάλης είχε 25 πόντους στο ματς.
Το επίσημο ντεμπούτο του το έκανε στην πρεμιέρα της Α1 και δη στο ματς με τον ΠΑΟΚ στο κλειστό των Πατησίων. Ο Αμερικανός σέντερ είχε 20 πόντους (7/14 δίποντα, 6/7 βολές) και 18 ριμπάουντ (!!) αλλά δεν μπόρεσε να αποσοβήσει την ήττα της ομάδας του από τον δικέφαλο του βορρά –που έπαιζε χωρίς τον Λέβινγκστον- με 67-60.
Αν και πραγματοποίησε εξαιρετική σεζόν με 17,5 πόντους και 14,1 ριμπάουντ δεν μπόρεσε να σώσει την ομάδα από τον υποβιβασμό. Την αμέσως επόμενη χρονιά (1993-94) επέστρεψε στην Ελλάδα για λογαριασμό της ΑΕΚ αντικαθιστώντας τον Τζακ Χάλεϊ. Με τα «κιτρινόμαυρα» μέτρησε κατά μ.ο. 16,6 πόντους και 12,9 ριμπάουντ, ενώ οι δύο σεζόν που ακολούθησαν (1994-95 και 1995-96) τον (ξανα)βρήκαν στα Πατήσια με 61 ματς στο σύνολο, 16,7 πόντους και 12,4 ριμπάουντ! Απο την Ελλάδα αποχώρησε το 1998 έχοντας κολλήσει τα τελευταία του ένσημα στον Παπάγου με 13 πόντους και 9 ριμπάουντ.

Αν και πέρασαν 15 χρόνια από τότε που έφυγε, τον εντοπίσαμε στο Νιου Τζέρσεϊ όπου ζει και εργάζεται. Μάλιστα δεν έκρυψε την έκπληξή του όταν του είπαμε ότι τον ψάχναμε από την Ελλάδα, ενώ δεν αρνήθηκε να ξετυλίξει για λογαριασμό του SentraGoal και της στήλης «Χρόνια και Ζαμάνια» το... δικό του κουβάρι των αναμνήσεων. Όπως οι περισσότεροι Αμερικανοί, έτσι και αυτός, είχε πολλές ωραίες και ανάλαφρες ιστορίες να διηγηθεί από τη εξαετή θητεία του στην Ελλάδα...
«Άφησα το μπάσκετ για τα... φωτοτυπικά μηχανήματα»
Σίγουρα θα έχετε... κουραστεί ακούγοντας τους περισσότερους παλαίμαχους να λένε ότι εξακολουθούν να ασχολούνται με το μπάσκετ. Δεν αναρωτηθήκατε αν κάποιος έστρεψε αλλού το ενδιαφέρον του ξεκινώντας μια νέα καριέρα; Η απάντηση έρχεται διά στόματος Τόνι Κόστνερ, ο οποίος έχει αφιερώσει τη... μετά μπάσκετ ζωή του στα... φωτοτυπικά μηχανήματα!

«Μόλις έκλεισα την καριέρα μου στον Παπάγου το 1998 αποφάσισα να επιστρέψω στις ΗΠΑ. Μην περιμένεις να σου πω ότι ασχολήθηκα με το μπάσκετ γιατί δεν το έκανα. Ξεκίνησα να εργάζομαι σε μια εταιρεία με την επονομασία IKON η οποία έχει μετονομαστεί τώρα σε Ricoh US. Πρόκειται για μια εταιρεία που ασχολείται με αναλώσιμα, υπολογιστές, software, hardware, εκτυπωτές, φωτοτυπικά και ένα σωρό παρόμοια προϊόντα τα οποία προμηθεύουμε σε μεγαλύτερες -ως επί των πλείστων- εταιρείες. Αρχικά ήμουν εκτελεστικός διευθυντής στο τμήμα πωλήσεων, ενώ εδώ και λίγο καιρό είμαι υπεύθυνος για την προώθησή τους και έξω από τις ΗΠΑ. Επιπλέον βρίσκω και θέσεις εργασίες σε άτομα που μπορούν να δουλέψουν μαζί μας. Με λίγα λόγια ευθύνομαι για τις προσλήψεις της εταιρείας...» είπε ο 51χρονος βετεράνος σέντερ.
Πάντως από την εποχή που αγωνιζόταν στην Ελλάδα έδειχνε ότι ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων. Λάτρης της οικογενειακής ζωής κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, λάτρης της οικογενειακής ζωής και μετά την επιστροφή του στην Αμερική: «Πάντα καθόμαστε με τη σύζυγό μου και τα παιδιά και αναπωλούμε τις μαγικές στιγμές που ζήσαμε στην Ελλάδα. Με την Στέισι είμαι παντρεμένος εδώ και 27 χρόνια και οφείλω να ομολογήσω ότι είμαι πολύ τυχερός που τη γνώρισα. Είναι όμορφη, δυναμική και ανεξάρτητη γυναίκα. Είναι πετυχημένη επιχειρηματίας έχοντας τη δική της σχολή χορού στο Νιου Τζέρσεϊ όπου και κατοικούμε...»

«Ο μεγάλος μου γιος θέλει να παίξει μπάσκετ στην Ελλάδα»

Όπως λένε το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά, αλλά στην προκειμένη περίπτωση τα... μήλα ήταν δύο. Φυσικά αναφερόμαστε στους δύο γιους του Τόνι Κόστνερ, οι οποίοι ασχολούνται με το μπάσκετ, ωστόσο μόνο ο μεγαλύτερος ακολούθησε την επαγγελματική οδό! «Ο Μπράντον είναι 25 ετών και έχει παίξει σε διάφορες ομάδες. Στο Βέλγιο, στην Κορέα, στο NBDL, ενώ ήταν και μέλος της Λιμόζ που κατέκτησε πέρυσι το πρωτάθλημα στην δεύτερη κατηγορία Γαλλίας. Όταν βρέθηκε στο NBDL και πιο συγκεκριμένα στους Λος Άντζελες Ντιφέντερς, ήταν ο πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος. Έχει ύψος κοντά στο 2.08μ. και μπορεί να παίξει πάουερ φόργουορντ και σέντερ. Βέβαια το μεγάλο του όνειρο είναι να παίξει στην Ελλάδα γιατί είναι το πρωτάθλημα που θυμάται με νοσταλγία από τότε που ήταν μικρό παιδάκι και παρακολουθούσε όλα τα παιχνίδια του μπαμπά. Αν διαβάσει κανείς υπεύθυνος αυτή τη συνέντευξη, τότε σας τον προτείνω ανεπιφύλακτα. Είναι ένας παίκτης που μπορεί να σταθεί επάξια στο ελληνικό πρωτάθλημα...»
Οσο για τον μικρότερο γιο; «Ο Τζόρνταν είναι 23 ετών και μπορώ να σου πω ότι είναι και αυτός καλός παίκτης. Παίζει στη θέση του σμολ φόργουορντ, είναι 2.01μ., πολύ αθλητικός και εξαιρετικός χαρακτήρας. Έπαιξε μπάσκετ στο κολέγιο του Σεντ Πίτερς απ' όπου και αποφοίτησε. Επιπλέον είναι και συγγραφέας. Πρόσφατα έβγαλε στην κυκλοφορία το πρώτο του βιβλίο. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με τίτλο 'Legacy' (=Κληρονομιά) το οποίο θα είναι σε τρεις συνέχειες. Σας το προτείνω να το διαβάσετε. Πιστεύω θα σας αρέσει. Εκτος όλων των άλλων ασχολείται με το μοντέλινγκ, ενώ είναι και καλλιτέχνης. Μάλιστα έχει και έναν πανέμορφο γιο που είμαι σίγουρος ότι θα κάψει καρδιές στο μέλλον (Γέλια)» συνέχισε ο Κόστνερ, ο οποίος στάθηκε και στις υπόλοιπες ασχολίες του: «Εθελοντικά βοηθάω μερικά προγράμματα μπάσκετ όπου προπονώ μικρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Κυρίως στον τρόπο προσέγγισης του αθλήματος. Από εκεί και πέρα μου αρέσει πολύ το γκολφ και τα ταξίδια».


«Σαν να ήταν... χθες τα όσα έζησα στην Ελλάδα»
Τα χρόνια μπορεί να πέρασαν για τον Κόστνερ, αλλά η «δίψα» και η «σπίθα» για το μπάσκετ παραμένουν μέσα του: «Αναπολώ συνέχεια τις στιγμές που έζησα στην Ελλάδα. Ήταν από τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Νιώθω σαν να ήταν χθες! Με τη σύζυγό μου νιώθουμε πολύ ευλογημένοι που θα έχουμε για πάντα αυτήν την εμπειρία. Πραγματικά ζήσαμε μοναδικές στιγμές, που όσα χρόνια και αν περάσουν δεν πρόκειται να τις ξεχάσουμε ποτέ. Μακάρι να τα ζούσα όλα από την αρχή» ήταν η εξήγηση που έδωσε, ενώ συνέχισε λέγοντας: «Ξέρεις, κάθε μέρα που περνάει μου λείπουν και περισσότερο τα όσα έζησα. Φυσικά αυτή τη στιγμή δεν δοκιμάζω να παίξω, παρά μόνο κάνω σουτάκια με τους γιους μου. Όμως καθόμαστε και μιλάμε με τις ώρες για τα χρόνια που ζήσαμε στην Ελλάδα».
Εντός των τεσσάρων γραμμών ο Κόστνερ δεν ξεχνάει «τα παιχνίδια που δίναμε εναντίον του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού. Μάλιστα όταν έπαιζα στον Σπόρτιγκ είχαμε κερδίσει μια φορά τον Παναθηναϊκό. Την εποχή που ήμουν εγώ στην Ελλάδα ξεχώριζαν όλες οι ομάδες, αλλά αυτές οι δύο περισσότερο από τις υπόλοιπες. Από εκεί και πέρα θα μείνουν για πάντα στην καρδιά μου οι φιλίες που ανέπτυξα όλα αυτά τα χρόνια! Ένιωσα να είμαι οικογένειά με όλους τους συμπαίκτες μου. Από εκεί και πέρα η Ελλάδα είναι από μόνη της πανέμορφη...»

«Ο ταξιτζής, η απαγωγή και τα... αμελέτητα!»
Στη συνέχεια έφερε στο μυαλό του αρκετά περιστατικά από την θητεία του στην Ελλάδα τα οποία αξίζει να διαβάσετε. Βάζουμε στοίχημα ότι θα γελάσετε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή σας: «Συνέβησαν πολλά κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στη χώρα σας. Χαρακτηριστικά θυμάμαι ένα εξώφυλλο περιοδικού που με αποκαλούσε 'παππού' του μπάσκετ. Εκείνη τη στιγμή, βλέποντας την φωτογραφία, γύρισα και είπα: 'Γαμώτο! Μήπως πρέπει να κάνω Μπότοξ; Τόσο πολύ φαίνεται η ηλικία μου;' (Γέλια). Όμως έχω και κάτι καλύτερο να σου πω. Θυμάμαι μια φορά που είχαμε πάει στη Θεσσαλονίκη, παρήγγειλα κοτόσουπα. Τελικά ξέρεις τι μου έφεραν; Έναν... ζωμό που είχε μέσα 'αμελέτητα' αρνιού!! Τότε κοίταξα τον σερβιτόρο και του είπα: 'Ε, δεν πιστεύω ότι περιμένεις να το φάω αυτό. Έτσι;' (Γέλια)»
Και να 'ταν τα μοναδικά περιστατικά που θα έχει να διηγείται ο Κόστνερ; «Μια άλλη φορά, την εποχή που αγωνιζόμουν στην ΑΕΚ, είχαμε μπει σε ένα ταξί με τον Τόνι Ουάιτ προκειμένου να πάμε στη Δάφνη για να παίξουμε εναντίον της τοπικής ομάδας. Ύστερα από λίγη ώρα καταλάβαμε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο ταξιτζής μας είχε κάνει το γύρο της Αθήνας και δεν μας πήγαινε στο γήπεδο!! Τελικά μας είπε ότι είναι φίλαθλος της Δάφνης και το έκανε επίτηδες για να μας καθυστερήσει και να μην φτάσουμε εγκαίρως στο ματς (Γέλια)», ενώ είχε και ένα ακόμη ευτράπελο στους δρόμους της Αθήνας: «Καθώς οδηγούσα το αυτοκίνητο, ήρθε ένας και με τράκαρε με δύναμη από πίσω. Αμέσως κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να φωνάζει και ουρλιάζει, ότι έφταιγα εγώ. Μόλις αντιλήφθηκε ποιος ήμουν, όχι μόνο σταμάτησε τις φωνές αλλά μου ζήταγε αυτόγραφα, ενώ ήθελε να φωτογραφηθεί μαζί μου!» και κατέληξε:
«Όταν ήμουν στον Σπόρτιγκ πηγαίναμε οδικώς στην Ουγγαρία για προετοιμασία και κάποια φιλικά παιχνίδια. Θυμάμαι ήμουν μαζί με τον Μίτσελ (σ.σ. Ουίγκινς), όταν μας σταμάτησαν το πούλμαν δυνάμεις του στρατού! Εκείνη την ώρα φοβηθήκαμε και οι δύο γιατί νομίζαμε ότι θα μας απαγάγουν ή ότι θα μας έχουν κρατούμενους! (Γέλια) Τελικά ήταν ένας απλός έλεγχος, αλλά ομολογώ ότι είχα φοβηθεί εκείνη τη μέρα».


«Ο Φορντ φοβερός παίκτης, ο Ουίγκινς καλύτερος σκόρερ»
Ο Κόστνερ είναι από τους λίγους παίκτες που είχε την ευκαιρία να παίξει συμπαίκτης με δύο παίκτες που ήταν πραγματικές... καλαθομηχανές. Τον Μίτσελ Ουίγκινς και τον αείμνηστο Αλφόνσο Φορντ. Τι είχε να μας πει γι' αυτούς; «Και οι δύο ήταν εξαιρετικοί φίλοι. Ο Αλφόνσο μου λείπει πολύ. Ήταν εκπληκτικό παιδί. Βγαίναμε έξω και ήταν η ψυχή της παρέας. Αστειευόταν με όλους. Πραγματικά πολύ κρίμα που έφυγε τόσο γρήγορα από κοντά μας. Εκτός όλων των άλλων ήταν και φοβερός παίκτης. Αν και σε αυτό το σημείο οφείλω να πω ότι ο Μίτσελ ήταν καλύτερος σκόρερ. Μόνο αυτός και ο Νίκος Γκάλης μπορούσαν να σκοράρουν με τόσο χαρακτηριστική ευκολία. Έβαζε καλάθι όπως ήθελε και όποτε ήθελε. Εκτός των άλλων είναι πολύ καλό και γενναιόδωρο άτομο. Έχω τις καλύτερες αναμνήσεις και από τους δύο».
Βέβαια όπως μας είπε δεν κρατάει ιδιαίτερες επαφές μαζί του, αλλά όπως εξήγησε «με τον Μίτσελ έχουμε μαθεί το τελευταίο διάστημα. Ο γιος του ετοιμάζεται να γίνει ένας από τους καλύτερους παίκτες που θα έχουν παίξει στο ΝΒΑ και είναι λίγο απασχολημένος με όλο αυτό. Από εκεί και πέρα μιλάω πολύ συχνά με τον Λανς Μπέργουολντ. Κάναμε παρέα στην Αθήνα και έχουμε διατηρήσει επαφές ακόμα και σήμερα. Είναι εκπληκτικό παιδί και καλός φίλος» ενώ στάθηκε και σε μερικές... οφειλές: «Η αλήθεια είναι ότι μου χρωστάνε ακόμα κάποια χρήματα, αλλά έτσι είναι αυτά. Το νερό κυλάει κάτω από τη γέφυρα και η ζωή συνεχίζεται. Απλά ελπίζω τώρα να πληρώνονται οι παίκτες στην ώρα τους, είτε είναι ξένοι, είτε Έλληνες».

«Ο δύσκολος Φασούλας, ο αγαπημένος Γιαννάκης και ο... Γιατζόγλου»

Κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Ελλάδα, ο Κόστνερ είχε ξεχωρίσει δύο παίκτες. Ο ένας αποτελούσε τον... εφιάλτη του και ο άλλος τον αγαπημένο του: «Πάντα είχα τεράστια προβλήματα όταν αντιμετώπιζα τον Παναγιώτη Φασούλα. Τόσο στην άμυνα, όσο και στην επίθεση. Ήταν πολύ καλός παίκτης και στις δύο μεριές του παρκέ. Ο παίκτης που μπορούσε να σταθεί η ομάδα και να του εμπιστευτεί με κλειστά τα μάτια το παιχνίδι κοντά στο καλάθι. Βέβαια να σου πω ότι δεν ήταν και ο αγαπημένος μου. Απλά ήταν ο πιο δύσκολος. Ο αγαπημένος μου ήταν ο Παναγιώτης Γιαννάκης. Τον λάτρευα! Πολύ δυνατός και σκληρός παίκτης. Φυσικά δεν πρέπει να παραλείψω και τον Νίκο Γκάλη, ο οποίος ήταν τρελός σκόρερ!».
Όσο για τους προπονητές του; «Δεν πρόκειται να ξεχάσω τον Κώστα Διαμαντόπουλος. Εξαιρετικός άνθρωπος, ο οποίος όμως ήταν και σκληρός προπονητής. Πάντως ό,τι έκανε, το έκανε για το καλό του παίκτη. Ήθελε να σε κάνει καλύτερο και πάνω σε αυτό δούλευε σε όλες τις προπονήσεις. Πάντως εκείνος που έχει μείνει μέσα στην καρδιά μου είναι ο Στιβ Γιατζόγλου! Ο άνθρωπος μου! (Γέλια) Φοβερός τύπος και τελείως διαφορετικό στυλ προπονητικής. Ο Στιβ ήθελε να γνωρίζει τα πάντα για την προσωπική μας ζωή, ενώ του άρεσε να έχει λόγο στα πάντα. Ειδικά σε ότι αφορούσε εμένα και τον Τόνι Ουάιτ. Ήθελε πάντα να εμπλέκεται στα προσωπικά μας (Γέλια)».
«Στον Σπόρτιγκ τα καλύτερα χρόνια της καριέρας μου...»
Μάλιστα έφερε στο μυαλό του και το πώς ήρθε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1992: «Δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τον μάνατζερ του Σπόρτιγκ, τον Τάκη Λιβιεράτο, ο οποίος μου ζήτησε να πάω στην Ελλάδα και να παίξω στην ομάδα. Βέβαια δεν ήταν σίγουροι ότι με ήθελαν, αλλά εγώ φρόντισα να τους διώξω τους ενδοιασμούς που είχαν. Θυμάμαι δίναμε ένα φιλικό ματς με τον Παναθηναϊκό όπου πρέπει να είχα 11 πόντους, 19 ριμπάουντ και έξι τάπες (σ.σ. για τα ακριβές του νούμερά διαβάσατε στον πρόλογο). Τα υπόλοιπα τα γνωρίζετε! Μάλιστα ήμουν κοντά με ισπανική ομάδα, αλλά στο τέλος αποφάσισα να έρθω στην Ελλάδα για τον Σπόρτιγκ», ενώ εξηγεί και τον τρόπο με τον οποίο έφυγε δίχως γυρισμό.
«Ο Παπάγου ήθελε να με ανανεώσει με λίγα χρήματα. Τουλάχιστον δεν μου έδινε αυτά που ζητούσα. Είχα μείνει στην Ελλάδα τέσσερις μήνες, αλλά κανείς δεν μου χτύπησε την πόρτα. Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα να βάλω τέλος στην καριέρα μου και να ξεκινήσω το δεύτερο ταξίδι της ζωής μου» και ξεκαθάρισε ποια ήταν η καλύτερη περίοδος στην Ελλάδα: «Η αλήθεια είναι ότι πέρασα καλά χρόνια, αλλά πάντα θα ξεχωρίζω αυτά στο Σπόρτιγκ. Είμασταν πολύ κοντά όλοι και είχαμε την κατάλληλη χημεία ως ομάδα. Τόσο στην άμυνα και στην επίθεση, όσο και στα ριμπάουντ. Ένας για όλους και όλοι για έναν! Με τον Μίτσελ είχαμε συνθέσει ένα εξαιρετικό δίδυμο και παίζαμε πολύ καλά μαζί».
«Πάντα περίμενα μια πρόταση από τον Παναθηναϊκό»
Μεταξύ άλλων αποκάλυψε και κάτι για το οποίο δεν έχει μιλήσει στο παρελθόν: «Ο Σπόρτιγκ ήταν η αγαπημένη μου ομάδα στην Ελλάδα. Και ακόμα είναι! Όμως θα σου πω και κάτι ακόμα. Υποστήριζα και μια ακόμα ομάδα. Τον Παναθηναϊκό! Δεν σου κρύβω ότι ήλπιζα να παίξω κάποια στιγμή στους πράσινους, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερα. Πάντα περίμενα μια πρόταση από αυτήν την ομάδα, αλλά δεν ήρθε ποτέ. Τουλάχιστον ας τα καταφέρει ο γιος μου, ο Μπράντον. Ελπίζω μια μέρα να του δοθεί η ευκαιρία και να παίξει στον Παναθηναϊκό. Θαύμαζε τη συγκεκριμένη ομάδα από τότε που ήταν μικρό παιδί, ενώ την παρακολουθεί ακόμα και σήμερα!»
Πάντως δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο ματς να ξεχωρίσει: «Έκανα αρκετά καλά παιχνίδια στην Ελλάδα, αλλά δεν μπορώ να επιλέξω κάποιο συγκεκριμένα. Σίγουρα όλα όσα είχα διψήφιο αριθμό σε πόντους και ριμπάουντ. Και στην Ελλάδα δεν ήταν και λίγα. Το ίδιο και στις άλλες χώρες που αγωνίστηκα. Σχεδόν πάντα άγγιζα το double double οπότε μπορώ να πω ότι κάτι έκανα και εγώ στις ομάδες που έπαιξα», ενώ αφού δήλωσε υποστηρικτής των «Σαν Αντόνιο Σπερς. Πιστεύω ότι θα πάρουν το πρωτάθλημα», είπε για το ευρωπαϊκό μπάσκετ: «Δεν γνωρίζω πολλά πράγματα. Μόνο τα παιχνίδια του γιου μου είδα τη περσινή σεζόν που ήταν στη Λιμόζ».
«Ευχαριστώ όλους όσους με αποθέωναν και με... έβριζαν»
Ο Κόστνερ υποσχέθηκε ότι «κάποια στιγμή θα έρθουμε πάλι οικογενειακώς στην Ελλάδα. Είναι κάτι που θέλω εγώ και η σύζυγός μου. Θα προσπαθήσουμε να ταξιδέψουμε στην Ελλάδα και να δείξουμε τις ομορφιές της στους φίλους μας. Θα είναι υπέροχα» και θυμήθηκε τις βόλτες που έκανε στην Αθήνα τις στιγμές που είχε ελεύθερο χρόνο: «Μας άρεσαν πολύ τα εστιατόρια στην Κηφισιά! Πηγαίναμε πολύ συχνά με την οικογένειά μου και σε αυτό το σημείο θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην ταβέρνα του Γιώργου!! Επίσης βγαίναμε στον Πειραιά, στο κέντρο της Αθήνας, επισκεπτόμασταν τους αρχαιολογικούς χώρους γιατί θέλαμε να γνωρίσουμε την ιστορία της Ελλάδας, ενώ πήγαμε και σε πολλά νησιά!!»
Κλείνοντας έστειλε τις δικές του ευχαριστίες σε γνωστούς και αγνώστους: «Πραγματικά σας ευχαριστώ όλους μέσα από την καρδιά μου. Και εσάς που με αποθεώνατε και εσάς που με βρίζατε (Γέλια). Ειδικούς χαιρετισμούς στον Νίκο και στον Στέλιο από τον Σπόρτιγκ, ξέρετε ποιοι είστε εσείς, που κάνατε την οικογένειά μου να νιώσει σαν να ήταν δική σας. Στον Δημήτρη Αβδάλα, τον Φώτη Κατσικάρη, σας ευχαριστώ όλους για την φιλία σας και την υποστήριξή σας. Στον Τάκη Λιβιεράτο ειδικούς χαιρετισμούς, στον Σπύρο και σε όλους τους συμπαίκτες και τους προπονητές που είχα. Σας ευχαριστώ και πάλι που με θυμηθήκατε ύστερα από τόσα χρόνια...»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου